facebook instagram
Blog

Η σημασία της ξυλιτόλης για το σακχαρώδη διαβήτη

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία από τις συνηθέστερες χρόνιες μεταβολικές ασθένειες που πλήττουν την παγκόσμια κοινωνία. Η εμφάνισή του οφείλεται σε ετερογενής αιτιώδης παράγοντες που χαρακτηρίζονται από διαταραχή στον μεταβολισμό των υδατανθράκων, των πρωτεϊνών και των λιπών, αλλά κυρίως από μία χρόνια παρατεταμένη υπεργλυκαιμία, η οποία προκαλεί και άλλες ασθένειες, όπως δυσλιπιδαιμία, υπέρταση, αρτηριοσκλήρυνση, μικρο- και μακροαγγειοπάθεια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την εμφάνιση προβλημάτων στην έκκριση και τη δράση της ινσουλίνης.

Σύμφωνα με την παγκόσμια Έκθεση για το Διαβήτη του 2016 του παγκόσμιου Οργανισμού για την Υγεία (WHO – World Health Organization), 108 εκατομμύρια άνθρωποι έπασχαν από διαβήτη το 1980, ενώ το 2014 ο αριθμός αυτός ανήλθε  στα 422 εκατομμύρια, με την επικράτηση της μεταβολικής αυτής διαταραχής να παρατηρείται κυρίως σε χώρες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος.

Περαιτέρω, οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις του διαβήτη περιλαμβάνουν ανάπτυξη νευροπάθειας, νεφροπάθειας και αμφιβληστροειδοπάθειας. Τα άτομα με διαβήτη βρίσκονται, επίσης, μπροστά στον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων και περιφερικής αρτηριακής και εγκεφαλοαγγειακής νόσου. Μάλιστα το 2016, από τους 3,7 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως λόγω υψηλών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, οι 1,6 εκατομμύρια εκτιμάται πως οφείλονται στο σακχαρώδη διαβήτη.

Σε μία προσπάθεια να μειωθούν οι επιπλοκές του, τα άτομα που πάσχουν από αυτόν θα πρέπει να ελέγχουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, τη δυσλιπιδαιμία και την πίεση του αίματος. Ακόμη, για την πρόληψη της ανάπτυξης υπεργλυκαιμίας και διαβήτη συνίστανται αύξηση της σωματικής δραστηριότητας και μείωση του σωματικού βάρους, αλλά κυρίως αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, μειώνοντας την πρόσληψη θερμίδων και καταναλώνοντας λιγότερους υδατάνθρακες, ιδιαίτερα της ζάχαρης, λιγότερο αλάτι, αλλά και λιγότερα κορεσμένα και trans-λιπαρά. Η αποτελεσματικότητα μίας τέτοιας θεραπευτικής αγωγής είναι δυνατό να αξιολογηθεί με μέτρηση της γλυκόζης στο πλάσμα και προσδιορισμό των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα.

Μία εναλλακτική λύση για τον έλεγχο της υπεργλυκαιμίας είναι η χρήση γλυκαντικών και υποκατάστατων ζάχαρης σε τρόφιμα ή σε φαρμακευτικά σκευάσματα. Με τον τρόπο αυτό, άτομα που έχουν χαρακτηριστεί ως διαβητικοί, έχουν την δυνατότητα να μην στερούνται τη χαρά της απόλαυσης που προσφέρει η ζάχαρη, κυρίως με την παρασκευή γλυκών σκευασμάτων. Επομένως, τα τρόφιμα με υποκατάστατα ζάχαρης ενδείκνυνται για άτομα που θέλουν να μειώσουν την γλυκαιμική απόκριση στο αίμα, καθώς λόγω της μειωμένης δυνατότητας πέψης και απορρόφησης των υποκατάστατων προκαλούνται λιγότερες γλυκαιμικές και ινσουλιναιμικές αποκρίσεις.

Από όλα τα υποκατάστατα ζάχαρης που κυκλοφορούν στο εμπόριο ή που βάσει νομοθεσίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία τροφίμων, η ξυλιτόλη κεντρίζει ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον. Ο μεταβολισμός της ξυλιτόλης είναι, συγκριτικά με τους περισσότερους υδατάνθρακες, πιο γρήγορος σε σχέση με το ρυθμό απορρόφησής της από το γαστρεντερικό σωλήνα, προκαλώντας μικρή ή σχεδόν καθόλου αύξηση στα επίπεδα σακχάρου ή/και ινσουλίνης στο αίμα. Αυτή η μεταβολική ιδιότητα, και ιδίως το γεγονός ότι η κατανάλωση ξυλιτόλης δεν προκαλεί απελευθέρωση ινσουλίνης στο αίμα, καθώς δεν απαιτεί την παρουσία της ούτε για τη ρύθμιση του μεταβολισμού της ούτε για την είσοδό της στα κύτταρα, έχει σαν αποτέλεσμα η πολυόλη αυτή να αποτελεί άριστη πηγή ενέργειας για ανθρώπους που ακολουθούν μία διατροφή χαμηλή σε υδατάνθρακες και κυρίως αυτούς που πάσχουν από διαβήτη, προκειμένου να μειώσουν το γλυκαιμικό τους δείκτη.